'πίσω

ἀ̱πίσω , ἀπισόω
make equal
imperf ind act 3rd sg (doric aeolic)
ἀπίσω , ἀπισόω
make equal
pres imperat act 2nd sg (doric aeolic)
ἀπί̱σω , ἀπισόω
make equal
imperf ind act 3rd sg (doric aeolic)
ἀπίσω , ἀπισόω
make equal
pres imperat act 2nd sg (doric aeolic)
ἀπίσω , ἀπισόω
make equal
imperf ind act 3rd sg (doric aeolic)
ἀπίσω , ἀπισόω
make equal
imperf ind act 3rd sg (doric aeolic)
ἐπίσω , ἔπισος
masc/fem/neut nom/voc/acc dual
ἐπίσω , ἔπισος
masc/fem/neut gen sg (doric aeolic)
ἐπίσω , ἐφίζω
set upon
aor subj act 1st sg (ionic)
ἐπί̱σω , πιπίσκω
give to drink
aor ind mid 2nd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • πίσω — ΝΜΑ, και πίσου Ν, και οπίσω και επικ. τ. ὀπίσσω και αιολ. τ. ὐπίσσω Α Α (τοπ. επίρρ.) α) αντίθετα προς το σημείο που βλέπει κανείς ή προς το οποίο κατευθύνεται (α. «χίλιοι τόν παν από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω», δημ. τραγούδι) β) (συν.… …   Dictionary of Greek

  • πίσω — επίρρ. τοπ.: Χίλιοι τον πάν από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω (δημ. τραγ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πίσω — [писо] εκίρ. назад, обратно …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Πίσω — Πίσος pease masc nom/voc/acc dual Πίσος pease masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πίσω — πίσον pease neut nom/voc/acc dual πίσον pease neut gen sg (doric aeolic) πίσος pease masc nom/voc/acc dual πίσος pease masc gen sg (doric aeolic) πί̱σω , πιπίσκω give to drink aor subj act 1st sg πί̱σω , πιπίσκω give to drink fut ind act 1st sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πίσῳ — Πίσος pease masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πίσῳ — πίσον pease neut dat sg πίσος pease masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πίσω Λιβάδι — Μικρός παράλιος οικισμός (υψόμ. 10 μ.), στην πρώην επαρχία Πάρου, του νομού Κυκλάδων. Το Π.Λ. έχει πολύ γραφική παραλία …   Dictionary of Greek

  • Πίσω Μεριά — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 200 μ.), στην πρώην επαρχία Άνδρου, του νομού Κυκλάδων …   Dictionary of Greek

  • Πίσω Μονή Πρέβελη — Πολύ μικρός ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 170 μ.), στην πρώην επαρχία Αγίου Βασιλείου, του νομού Ρεθύμνης …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.